Τα νοσοκομεία στην Στοκχόλμη δεν έχουν μυρωδιά. Μπορώ να φέρω στη μνήμη τις μυρωδιές απο το μικρό νοσοκομείο της πόλης μου, απο τις διάφορες πτέρυγες του πανεπιστημιακού, απο καμιά ντουζίνα ακόμα νοσοκομεία αλλα όχι των νοσοκομείων της Στοκχόλμης που βρέθηκα.
Ούτε κι εκείνο το δωμάτιο της παθολογικής κλινικής είχε την χαρακτηριστική αποφορά των απολλυμαντικών και της αρρώστιας που επιμένουν να σου θυμίζουν το πού αλλα και κυρίως το γιατι βρίσκεσαι εκεί, ακόμα και όταν η εξάντληση σέρνει τις υπόλοιπες αισθήσεις απο το πραγματικό στο λυκόφως του status oneiricus.
Ίσως πάλι να ήταν και η αναλογία που κρατούσε την οσμή του βαρέως πάσχοντος μακριά. Τέσσερεις για έναν. Στη γωνία δίπλα απο το παράθυρο η εγγονή, πιό σιωπηλή απ όλους, έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις. Ο μικρός εγγονός νευρικός -δώδεκα στα δεκατρία- ρωτόυσε τις λεπτομέρεις της κατάστασης, η μητέρα του -νύφη της- άλλωστε μας είχε ειδοποιήσει εσπευσμένα νωρίτερα το πρωί οτι ένιωσε να της σφίγγει το χέρι. Προσπαθούσε τώρα -εις μάτην- ψιθυρίζοντας στο αυτί της να αποσπάσει ένα νεύμα ή μια κίνηση που θα διέψευδε πανηγυρικά αυτό που της είπε το προηγούμενο απόγευμα η γιατρός.
Ο άλλος γιός κρατούσε άτσαλα το παράλυτο δεξί χέρι και βουρκωνε πού και πού ακούγοντας τις λεπτομέρειες για την βαρύτητα του εγκεφαλικού. Στο κοινωνικό ιστορικό που κι αυτή την φορά είχαν τηρήσει σχολαστικά οι Σουηδοί το έγραφε ξεκάθαρα: έχασε τον γιό της πριν απο δέκα χρόνια και έκτοτε ανέλαβε τα ορφανά με τα οποία έμενε στο ίδιο σπίτι.
Η απόφαση που έπρεπε να πάρουμε ήταν απλή: άξιζε ή όχι τον κόπο να της δώσουμε ορό με τα υγρά που η ίδια δεν μπορούσε να πιεί λόγω του κώματος. Οι νοσηλέυτριες θεωρούσαν την υπόθεση χαμένη και τα επείγοντα πίεζαν για διαθέσιμα κρεββάτια. Ήταν το πέμπτο και πιό βαρύ εγκεφαλικό που πάθαινε αυτήν την χρονιά. Η γιατρός δεν είχε αυταπάτες και εξηγούσε υπομονετικά οτι η καρδιά της ήταν πολύ αδύναμη και το μόνο που θα καταφέρναμε θα ήταν να την παραμορφώσουμε απο τα οιδήματα που θα προκαλόύσε η συσσώρευση του υγρού στο σώμα της...
Απο το παράθυρο φαίνονταν οι σκοτεινές φιγούρες των κτιρίων και των γεφυρών που ενώνουν το södermalm με την υπόλοιπη πρωτεύουσα. 3:20 και ήταν ήδη σκοτάδι. Είναι πολύ εύκολο να παραιτηθείς απο την συζήτηση και να κρατήσεις το κέλυφος μόνο της βορεινής μισοτραγουδιστής προφοράς, αφοσιωμένος αποκλειστικά τα πρόσωπα και τις κινήσεις.
Και στους συνειρμούς. Έναν τέτοιο χειμώνα δέκα χρόνια πρίν,σε πιό φωτεινό τόπο, για δυο βδομάδες σε ένα χωριατόσπιτο ένας παππούς στα τελευταία του τριγυρισμένος απο παιδιά και εγγόνια το ίδιο τρομαγμένα απο το απροσδιόριστο επικείμενο.
Τόσο διαφορετικοί, κι όμως τόσο ίδιοι...






